Τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για τους μέσους μισθούς πλήρους απασχόλησης το 2024 επιβεβαιώνουν με τον πιο ηχηρό τρόπο αυτό που βιώνουν καθημερινά εκατομμύρια εργαζόμενοι στην Ελλάδα: η χώρα μας παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τις αποδοχές, διαμορφώνοντας μια νέα πραγματικότητα εργασιακής και κοινωνικής επισφάλειας.

Με μέσο ετήσιο μισθό 17.954 ευρώ, η Ελλάδα καταγράφει τον δεύτερο χαμηλότερο μέσο μισθό στην Ε.Ε., ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία. Παρά τη μικρή αύξηση κατά 5% σε σχέση με το 2023, η διαφορά με την υπόλοιπη Ευρώπη παραμένει χαώδης: ο μέσος Έλληνας εργαζόμενος αμείβεται 4,5 φορές λιγότερο από τον εργαζόμενο στο Λουξεμβούργο, 3,4 φορές λιγότερο από τον Ιρλανδό και 2,2 φορές λιγότερο από τον μέσο Ευρωπαίο. Την ίδια στιγμή, χώρες με παρόμοιο οικονομικό υπόβαθρο –όπως η Ρουμανία, η Πολωνία και η Σλοβακία– έχουν πλέον ξεπεράσει την Ελλάδα, καταγράφοντας σημαντικά υψηλότερους μισθούς.

Την εικόνα επιδεινώνει η αύξηση των τιμών. Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα έχει εκτοξευθεί κατά 30% την τελευταία πενταετία, ενώ οι συνεχιζόμενες αυξήσεις σε βασικά αγαθά (+8,4% στα κρέατα, +6,2% στα ψάρια, +3,9% στα γαλακτοκομικά και αυγά) επιβαρύνουν δυσανάλογα τα νοικοκυριά. Στη στέγαση, η κατάσταση είναι ακόμη πιο ανησυχητική: ο πληθωρισμός αγγίζει το 9,2%, ποσοστό τριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οι συντάξεις στην Ελλάδα έχουν ήδη περικοπεί επανειλημμένα την τελευταία δεκαπενταετία. Πολλές κινούνται κάτω από τα όρια της φτώχειας, ενώ η αύξηση του κόστους ζωής κατατρώει ό,τι απέμεινε. Η αύξηση των ορίων ηλικίας οδηγεί εργαζόμενους να δουλεύουν μέχρι εξάντλησης, σε εξοντωτικά όρια και σε δύσκολες συνθήκες.

Η νέα γενιά σε αδιέξοδο

Η έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ σκιαγραφεί μια ζοφερή πραγματικότητα για τους νέους εργαζόμενους στην Ελλάδα. Παρά το ότι εργάζονται, μόνο το 20% μπορεί να ζήσει μόνο του. Το 45% εξακολουθεί να διαμένει με την οικογένειά του, ποσοστό που αυξάνεται στο 65% για όσους εργάζονται με μερική απασχόληση. Επιπλέον, μόλις το 30% συμβάλλει ουσιαστικά στα έξοδα στέγασης, γεγονός που υπογραμμίζει την αδυναμία οικονομικής αυτονομίας. Και για να γίνει αυτό, χρειάζεται ενίσχυση της εργασίας.

Η παρατεταμένη εξάρτηση από την οικογένεια δεν αποτελεί επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Οι χαμηλοί μισθοί, το υψηλό κόστος ζωής και η έλλειψη αποτελεσματικών πολιτικών στήριξης δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η ενηλικίωση καθυστερεί: η δημιουργία νοικοκυριού, η απόκτηση οικογένειας και ακόμη και η σταθερή επαγγελματική ταυτότητα μετατίθενται χρονικά προς τα πίσω.

Ο κίνδυνος κοινωνικής αποσύνθεσης

Οι χαμηλές απολαβές, σε συνδυασμό με την ακρίβεια, δημιουργούν τον κίνδυνο μιας ευρύτερης κοινωνικής αποσταθεροποίησης. Όταν οι νέοι αδυνατούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια, να σχεδιάσουν το μέλλον τους ή να ανεξαρτητοποιηθούν, η κοινωνική συνοχή κλονίζεται. Η αγορά εργασίας παραμένει εύθραυστη, η παραγωγικότητα υποφέρει και οι δημογραφικές προκλήσεις γίνονται ακόμη πιο έντονες.

Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.Ε., ο δείκτης Kaitz –που μετρά τον λόγο του κατώτατου μισθού προς τον μέσο και τον διάμεσο μισθό– αυξήθηκε στα περισσότερα κράτη μέλη, αλλά παραμένει χαμηλός στην Ελλάδα, μακριά από τους στόχους της Οδηγίας 2022/2041 (60% του διάμεσου μισθού ή 50% του μέσου). Η χώρα εξακολουθεί να στηρίζεται σε ένα μοντέλο οικονομίας χαμηλού κόστους εργασίας, το οποίο δεν μπορεί πλέον να στηρίξει τους πολίτες της.

Τι χρειάζεται να αλλάξει

Η πραγματικότητα απαιτεί μια συγκροτημένη και μακροπρόθεσμη στρατηγική. Χωρίς:

• αναβάθμιση των μισθών και ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης,

• ενίσχυση της σταθερής και ποιοτικής εργασίας,

• ανασυγκρότηση των μηχανισμών συλλογικής προστασίας,

• επένδυση στη μάθηση, στην επαγγελματική εξέλιξη και στην ψυχική υγεία, καμία οικονομική πολιτική δεν μπορεί να αποδώσει τα αναμενόμενα.

Η ελληνική οικονομία χρειάζεται μια νέα αναπτυξιακή αφήγηση που τοποθετεί τον εργαζόμενο στο επίκεντρο· μια πολιτική που δεν θα βασίζεται στην υποτίμηση της εργασίας, αλλά στην παραγωγικότητα, την καινοτομία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια. Η ενίσχυση του εισοδήματος των συνταξιούχων είναι ηθική και πολιτική υποχρέωση. Η πολιτεία οφείλει να προχωρήσει σε στοχευμένες αυξήσεις, ώστε να ανακουφιστούν οι άνθρωποι που σήκωσαν το βάρος της χώρας επί δεκαετίες.

Σχετικά Άρθρα