Η υπόθεση της μη απόδοσης της προσαύξησης λόγω παράλληλου χρόνου ασφάλισης δεν αποτελεί ένα απλό διοικητικό ζήτημα. Συνιστά μια βαθιά κοινωνική αδικία, που αποτυπώνει με τον πλέον σαφή τρόπο τον τρόπο με τον οποίο το ασφαλιστικό σύστημα αντιμετώπισε —και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει— τους ανθρώπους της εργασίας.

Πρόκειται για ζήτημα που αφορά χιλιάδες συνταξιούχους, οι οποίοι συνταξιοδοτήθηκαν πριν από την 13η Μαΐου 2016 και, παρά το γεγονός ότι κατέβαλαν επί σειρά ετών διπλές ασφαλιστικές εισφορές, δεν έχουν λάβει μέχρι σήμερα την εκ του νόμου προβλεπόμενη ανταποδοτική προσαύξηση.

Ο Ν. 4387/2016 αναγνώρισε —έστω και καθυστερημένα— μια αυτονόητη αρχή: ότι ο παράλληλος χρόνος ασφάλισης πρέπει να συνυπολογίζεται και να ανταποδίδεται. Ότι δεν είναι δυνατόν το σύστημα να εισπράττει πολλαπλές εισφορές και να αποδίδει μονοδιάστατα. Ωστόσο, η πραγματικότητα της εφαρμογής του νόμου αναδεικνύει μια διαφορετική εικόνα με καθυστερήσεις, μετάθεση ευθυνών και, εν τέλει, σιωπηρή άρνηση εφαρμογής. Οι συντάξεις στην Ελλάδα έχουν ήδη περικοπεί επανειλημμένα την τελευταία δεκαπενταετία. Πολλές κινούνται κάτω από τα όρια της φτώχειας, ενώ η αύξηση του κόστους ζωής κατατρώει ό,τι απέμεινε. Η αύξηση των ορίων ηλικίας οδηγεί εργαζόμενους να δουλεύουν μέχρι εξάντλησης, σε εξοντωτικά όρια και σε δύσκολες συνθήκες.

Ο e-ΕΦΚΑ και το εποπτεύον Υπουργείο επικαλούνται την έλλειψη οδηγιών. Στην πράξη, όμως, η «αναμονή» αυτή λειτουργεί ως μηχανισμός αποφυγής, μετακυλίοντας το κόστος της διοικητικής αδράνειας στους ίδιους τους συνταξιούχους. Δεν πρόκειται για ουδέτερη γραφειοκρατική καθυστέρηση, αλλά για επιλογή με σαφές κοινωνικό αποτύπωμα.

Οι συνταξιούχοι πριν από την 13/05/2016 ανήκουν ήδη σε μια κατηγορία που έχει υποστεί δυσανάλογες οικονομικές επιβαρύνσεις. Οι επανειλημμένες περικοπές των μνημονιακών νόμων, όπως ο Ν. 4051/2012 και ο Ν. 4093/2012, σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις των Ν. 3863/2010 και 3865/2010, οδήγησαν σε σημαντική μείωση των αποδοχών τους. Η μη απόδοση της προσαύξησης για τον παράλληλο χρόνο επιτείνει περαιτέρω την οικονομική τους αποδυνάμωση. Και για να γίνει αυτό, χρειάζεται ενίσχυση της εργασίας.

Την ίδια στιγμή, για τους συνταξιούχους που αποχώρησαν μετά την 13/05/2016, διαπιστώνεται ότι, έστω και με καθυστέρηση, έχει αρχίσει η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων περί παράλληλης ασφάλισης. Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί σαφές ζήτημα άνισης μεταχείρισης μεταξύ ασφαλισμένων με παρόμοια χαρακτηριστικά, γεγονός που δύναται να εγείρει ζητήματα συνταγματικής τάξης.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στον επανυπολογισμό των συντάξεων που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2019. Ο επανυπολογισμός αυτός θα μπορούσε —και όφειλε— να αποτελέσει το χρονικό σημείο ενσωμάτωσης της προσαύξησης του παράλληλου χρόνου στις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις. Η μη ενσωμάτωσή της συνιστά χαμένη ευκαιρία για την αποκατάσταση μιας προφανούς αδικίας.

Το ζήτημα δεν είναι απλώς τεχνικό ή διαδικαστικό. Είναι πρωτίστως ζήτημα ουσίας και δικαιοσύνης. Οι εισφορές που καταβλήθηκαν δεν συνιστούν θεωρητική υποχρέωση, αλλά πραγματική οικονομική επιβάρυνση των ασφαλισμένων. Η μη ανταπόδοσή τους υπονομεύει τη θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας μεταξύ εισφορών και παροχών, επί της οποίας εδράζεται το ασφαλιστικό σύστημα.

Σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής αυξάνεται και οι συνταξιούχοι έχουν ήδη υποστεί σημαντική απώλεια τους εισοδήματός τους, η άμεση εφαρμογή των διατάξεων για τον παράλληλο χρόνο ασφάλισης δεν αποτελεί απλώς νομική υποχρέωση της Διοίκησης, αλλά και επιτακτική κοινωνική ανάγκη.

Το Υπουργείο οφείλει να προχωρήσει, χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις, στην έκδοση σαφών οδηγιών και στην πλήρη εφαρμογή του νόμου. Ο επανυπολογισμός των συντάξεων με ενσωμάτωση της προσαύξησης από τον χρόνο που όφειλε να έχει εφαρμοστεί, καθώς και η καταβολή των αντίστοιχων αναδρομικών ποσών, αποτελούν ελάχιστη υποχρέωση έναντι των ασφαλισμένων.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το ασφαλιστικό σύστημα προϋποθέτει την πιστή και καθολική εφαρμογή της νομοθεσίας. Κάθε καθυστέρηση και κάθε παρατεινόμενη ερμηνευτική αμφιβολία λειτουργεί εις βάρος όχι μόνο των συνταξιούχων, αλλά και της ίδιας της αξιοπιστίας της Διοίκησης.

Σχετικά Άρθρα